Στις στιγμές εγγύτητας, η ρύθμιση του άγχους χαράζει τα όρια σαν χνάρι σε κινούμενη άμμο.
Κάθε σχέση αναδύεται μέσα από την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην επιθυμία για εγγύτητα και στην ανάγκη για εσωτερική προστασία. Η Virginia Satir (1983) περιέγραψε τις ανθρώπινες σχέσεις ως πεδία όπου θεμελιώδεις ανάγκες, όπως η αίσθηση αξίας, η αποδοχή και η σύνδεση, δοκιμάζονται συνεχώς. Κεντρική θέση στη θεωρία της κατέχει η έννοια της congruence, δηλαδή η εσωτερική συμφωνία ανάμεσα σε αυτό που βιώνεται, σε αυτό που εκφράζεται και σε αυτό που πράττεται. Όταν αυτή η συμφωνία κλονίζεται, ιδιαίτερα σε καταστάσεις αυξημένης συναισθηματικής εγγύτητας, το άτομο αναζητά εξωτερικά μέσα για να αντέξει την επαφή (Grant, 2013).
Καθώς η παρουσία του άλλου πλησιάζει, το σώμα και η φωνή, σαν δύο άγρυπνοι φρουροί, αναζητούν τρόπους να διατηρήσουν εκείνη την ισορροπία ζωντανή. Το άγχος εμφανίζεται ως φυσική απόκριση στη διαφάνεια και η ικανότητα ρύθμισής του γίνεται ο πυρήνας της σχέσης.
Στις λεπτές αυτές διεργασίες, πολλοί άνθρωποι στρέφονται σε μικρούς εξωτερικούς συμμάχους που υπόσχονται παροδική γαλήνη. Το αλκοόλ, ιδιαίτερα, λειτουργεί συχνά σαν τέτοιος μεσολαβητής. Ο λόγος αποκτά ρυθμό, η φωνή σταθεροποιείται, η παρουσία αποκαλύπτεται. Η εγγύτητα μοιάζει λιγότερο απειλητική και η σύνδεση αποκτά ευκολία.
Τα ερευνητικά δεδομένα ενισχύουν αυτή την παρατήρηση. Σε μικρές ποσότητες, το αλκοόλ φαίνεται να διευκολύνει τη ροή του λόγου χωρίς να διαταράσσει εμφανώς τις εκτελεστικές λειτουργίες (Renner et al., 2018). Η επικοινωνία γίνεται πιο φυσική, η έκφραση πιο ξεκάθαρη, η κοινωνική εικόνα πιο ευγενική και προσιτή. Οι άλλοι βλέπουν ευχέρεια, ακόμη κι εκεί όπου εσωτερικά επικρατεί αμφιβολία.
Σε αυτό το κρίσιμο σημείο αρχίζει η μετατόπιση. Η βελτίωση που προσλαμβάνεται εξωτερικά δεν συνοδεύεται πάντα από αντίστοιχη εσωτερική αίσθηση επάρκειας. Έτσι γεννιέται μια αδιόρατη ανάγκη: ίσως χρειάζεται λίγο ακόμη, μια μικρή παράταση αυτής της τεχνητής ισορροπίας, για να σταθεροποιηθεί το ήδη εύθραυστο.
Τα όρια, σχεδόν ανεπαίσθητα, αρχίζουν να μετακινούνται. Η προσοχή στον άλλον ατονεί, ο συγχρονισμός της σχέσης χαλαρώνει και η διακριτική ικανότητα να διαβάζει κανείς τη συναισθηματική παλέτα του άλλου εξασθενεί. Η αρχική άνεση, που γεννήθηκε ως διευκόλυνση, σταδιακά διολισθαίνει σε υπέρβαση, χωρίς σαφές ή συνειδητό πέρασμα.
Οι σχέσεις κρίνονται από το αν αυτή η ευκολία διατηρείται χωρίς απώλεια μέτρου. Η παρουσία, το όριο και η συναισθηματική επίγνωση γίνονται τα λεπτά νήματα που συγκρατούν την επαφή στο πεδίο της ζωής.
Κάπου ανάμεσα στη διευκόλυνση και στην υπέρβαση, γεννιέται ένα ερώτημα που δεν απαντάται εύκολα: Πόση εξωτερική βοήθεια μπορεί να αντέξει μια αληθινή επαφή πριν χαθεί το μέτρο που την κρατά ζωντανή;
Όταν η επίγνωση χάνει για δεύτερη φορά το βήμα της, παύει να αφορά μια μεμονωμένη στιγμή και αρχίζει να διαμορφώνει σχέσεις, σαν ρεύμα υπόγειο που αργά και σταθερά, σκάβει νέα μορφή στο έδαφος της επικοινωνίας. Η μετατόπιση των ορίων παύει να είναι εξαίρεση και εγκαθίσταται ως μοτίβο. Η άνεση εμφανίζεται πρώτη, σαν ακαριαίο φως, το μέτρο ακολουθεί κουρασμένο και καθυστερημένο, και η επαφή, αθόρυβα, χάνει την ακρίβειά της. Οι άνθρωποι πλησιάζουν, μα δεν συγχρονίζονται. Μοιάζει να συναντιούνται, αλλά ο ρυθμός τους διαφέρει, σαν δύο ρολόγια που χτυπούν τον ίδιο χρόνο με διαφορετικό ρυθμό.
Σε εκείνο το αόρατο επίπεδο, η σχέση βαραίνει. Η αυθεντική ύπαρξη υποχωρεί για να δώσει θέση στην προσπάθεια και η προσοχή στρέφεται στη διαχείριση της εμπειρίας. Η συναισθηματική ανταπόκριση υστερεί και η απόσταση μακραίνει. Η εγγύτητα διατηρείται, μα η συνάντηση ξεθωριάζει, λες και ο άλλος γλιστρά μέσα σε θολά νερά.
Το αλκοόλ, που αρχικά προσφέρεται ως βοήθεια, ως μια μικρή διευκόλυνση για να ξεπεραστεί η αμηχανία της πρώτης επαφής, αρχίζει σταδιακά να χάνει τη δύναμή του και να ζητά εκ νέου επιβεβαίωση. Ακριβώς επειδή ανακουφίζει και μειώνει την ένταση, παγιώνεται ως μέθοδος. Η ανακούφιση προηγείται της επίγνωσης, και η εμπειρία αρχίζει να οργανώνεται γύρω από την αποφυγή της δυσφορίας, όχι γύρω από την επιθυμία για αυθεντική επαφή. Στο πεδίο της νευροβιολογίας, αυτή η μετάβαση περιγράφεται ως μετατόπιση από τη ρύθμιση της ευχαρίστησης στη ρύθμιση της δυσφορίας, ένα σταδιακό πέρασμα, μέσα από φαύλους κύκλους χρήσης και ανακούφισης, όπου η αρχική παρηγοριά μετατρέπεται σε μηχανιστική απάντηση (Koob, 2015).
Το μοτίβο αυτό, όταν ενσωματωθεί στην καθημερινότητα των σχέσεων βιώνεται ως αδιευκρίνιστη απώλεια. Μια χημεία που χάθηκε, ένα «κάτι» που δεν κύλησε, ένα ανεξήγητο κενό εκεί όπου υπήρξε κάποτε προσμονή. Στην ουσία, πρόκειται για μια σταδιακή απόκλιση ανάμεσα σε αυτό που εκφράζεται και σε αυτό που γίνεται αντιληπτό. Το όριο έχει ήδη μετακινηθεί, έχει ήδη περάσει εκείνη τη λεπτή γραμμή, απλώς δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί.
Όσο αυτή η δυναμική επαναλαμβάνεται, οι σχέσεις αποκτούν έναν υπόγειο τόνο κόπωσης. Η σύνδεση παύει να ρέει και αρχίζει να ζητά στήριξη. Η επαφή, για να διατηρηθεί, χρειάζεται όλο και περισσότερους εξωτερικούς ρυθμιστές. Το αρχικό εγχείρημα, που ξεκίνησε ως πράξη βοήθειας, αργά και χωρίς σαφή όρια, μετατρέπεται σε συνθήκη και προϋπόθεση.
Η εγγύτητα, για να αντέξει, χρειάζεται ρυθμό. Χρειάζεται την ικανότητα να μείνουμε παρόντες χωρίς να ναρκώσουμε αυτό που αισθανόμαστε. Όταν η ανακούφιση προηγείται της επίγνωσης, η σχέση μπορεί να συμβεί, αλλά μένει εκτεθειμένη στο ενδεχόμενο της διάβρωσης. Και ίσως αυτό να είναι ένα ερώτημα που αξίζει να μείνει ανοιχτό: πόσο χώρο αντέχουμε να παραχωρήσουμε στη συνάντηση, πριν τη μετατρέψουμε σε ένταση που καταλήγει εκεί απ’ όπου γεννήθηκε.
Grant, J. (2013). Relational approaches to psychotherapy. New York: Routledge.
Koob, G. F. (2015). The dark side of emotion: The addiction perspective. European Journal of Pharmacology, 753, 73–87. https://doi.org/10.1016/j.ejphar.2014.11.044
Renner, F., Ethofer, T., & Wildgruber, D. (2018). Alcohol improves social communication: Neural mechanisms and implications. NeuroImage, 181, 51–58. https://doi.org/10.1016/j.neuroimage.2018.06.074
Satir, V. (1983). Conjoint family therapy (3rd ed.). Palo Alto, CA: Science and Behavior Books.